διάδετος

διά-δετος, ον,
A bound fast, χαλινοὶ διάδετοι γενῦν ἱππίων bits firm bound through the horse's mouth, A.Th.122(lyr.); δακτύλιος ἠλέκτρῳ δ. τὸν κύκλον adorned with a strip of amber set in . ., Hld.5.13;

δ. ταινίαις τὰς κόμας Lib.Decl.12.27

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάδετος — bound fast masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάδετος — η, ο (Α διάδετος, ον) [διαδέω] 1. ο δεμένος ολόγυρα ή στερεά 2. στεφανοειδές εξάρτημα για την περίσφιξη συμβλημάτων αρχ. (για κρίκους) ο κοσμημένος με στεφάνη …   Dictionary of Greek

  • διάδετον — διάδετος bound fast masc/fem acc sg διάδετος bound fast neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδέτων — διάδετος bound fast masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάδετοι — διάδετος bound fast masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.